ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Ο τάφος 2 βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο ενός ταφικού τύμβου και έχει δύο φάσεις κατασκευής: μία κατά την ελληνιστική και άλλη αργότερα κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.
Κατά την ελληνιστική περίοδο, ένας βαθμιδωτός δρόμος (σκάλα) οδηγούσε στο αίθριο. Στο τέλος του δρόμου υπάρχει ένα πηγάδι. Απέναντι από τον δρόμο βρίσκεται ο ταφικός θάλαμος ο οποίος περιέχει τέσσερις ταφικές θήκες και τρεις λακκοειδείς τάφους. Πάνω από την είσοδο του θαλάμου υπάρχει μία τετράγωνη εσοχή, επιχρισμένη με κονίαμα στο οποίο υπήρχε επιγραφή, πιθανότατα με το όνομα της οικογένειας.
Αργότερα, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο η κατάληξη του βαθμιδωτού δρόμου και η αρχική είσοδος αποκλείστηκαν με τοίχο ενώ το αίθριο καλύφθηκε με κτιστή καμάρα. Η νέα πρόσβαση του τάφου διαμορφώθηκε στα νότια. Δύο νέοι χώροι ταφής λαξεύτηκαν στη δυτική και νότια πλευρά του νέου θαλάμου.
Οι δύο μικροί βωμοί με κερατοειδείς απολήξεις στις γωνιές που είναι λαξευμένοι στη βόρεια πλευρά του αιθρίου ανήκουν στην ελληνιστική περίοδο και σχετίζονται με την υποκείμενη ταφική θήκη. Η υπερκείμενη τοξοειδής εγκοπή έγινε για την υποδοχή των λαξευτών λίθων που αποτελούσαν την βαρελοειδή οροφή του τάφου. Οι βωμοί του τύπου αυτού προέρχονται από τη Μέση Ανατολή και συνδέονται με θρησκευτικούς συμβολισμούς. Κατά την Ελληνιστική περίοδο εισάγονται στην Αίγυπτο όπου σχετίζονται με τη λατρεία της θεάς Ίσιδας και του Σέραπη και ακολούθως γνωρίζουν μεγάλη διάδοση στον αρχαίο κόσμο.