ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Το αρχαίο θέατρο ήταν σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής των πόλεων. Εκεί πραγματοποιούνταν θεατρικές παραστάσεις (τραγωδίες, κωμωδίες) και αργότερα, στη ρωμαϊκή περίοδο θηριομαχίες.
Τα βασικά μέρη του αρχαίου θεάτρου ήταν:
Κοίλον: Η ημικυκλική περιοχή του θεάτρου όπου κάθονταν οι θεατές. Οι κερκίδες κατασκευάζονταν σε ανηφορική κλίση, έτσι ώστε όλοι οι θεατές να έχουν καλή οπτική του χώρου της ορχήστρας και της σκηνής. Το κοίλον χωριζόταν σε διαζώματα, δηλαδή οριζόντιες σειρές καθισμάτων, και σε κερκίδες, δηλαδή κάθετες σειρές των καθισμάτων.
Ορχήστρα: Το κυκλικό ή ημικυκλικό τμήμα του θεάτρου, μπροστά από τη σκηνή, όπου δρούσε ο χορός.
Σκηνή : H κατασκευή πίσω από την ορχήστρα, που χρησίμευε ως χώρος των ηθοποιών και την αποθήκευση των σκηνικών. Η σκηνή είχε συνήθως δύο ή τρεις πύλες για την είσοδο και την έξοδο των ηθοποιών.
Πάροδοι : Δύο διάδρομοι δεξιά και αριστερά της ορχήστρας, μέσω των οποίων εισερχόταν ο χορός και οι ηθοποιοί στην ορχήστρα.
Το θέατρο του Κουρίου βρίσκεται στο νότιο άκρο του λόφου, κοντά στην ανατολική είσοδο της πόλης, γνωστή ως πύλη Αμαθούντας. Οι κατασκευαστές εκμεταλλεύτηκαν την κλίση του εδάφους αφού το κεντρικό τμήμα του κοίλου, η ορχήστρα και μεγάλο μέρος των υποδομών της σκηνής λαξεύτηκαν στον φυσικό βράχο. Η ανέγερση του θεάτρου βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα άφθονα αποθέματα ασβεστόλιθου της περιοχής.
Το θέατρο είναι ημικυκλικό σε κάτοψη, με διάμετρο περίπου 62 μέτρων. Στο κοίλο του θεάτρου βρίσκονται οι κερκίδες. Υπολογίζεται ότι μπορούσε να φιλοξενήσει περίπου 3.500 θεατές, η κυκλοφορία των οποίων διευκολυνόταν από έναν θολωτό διάδρομο στο πίσω μέρος του κοίλου μέσω πέντε διόδων. Δύο επιπλέον είσοδοι μεταξύ της σκηνής και της ορχήστρας, επέτρεπαν την πρόσβαση στον θολωτό διάδρομο. Πάνω από την τελευταία σειρά καθισμάτων υπήρχε κιονοστοιχία που περίκλειε το κοίλο στο ψηλότερο σημείο και σχημάτιζε στοά.
Το οικοδόμημα της σκηνής, από το οποίο σώθηκαν μόνο τα θεμέλια, έφτανε αρχικά στο ύψος του κοίλου, δημιουργώντας ένα ψηλό παραπέτασμα.
Η πρώτη φάση του θεάτρου πιθανότατα χρονολογείται στην ελληνιστική περίοδο (2ος αιώνας π.Χ.). Πιστεύεται ότι κατά την περίοδο αυτή η ορχήστρα σχημάτιζε πλήρη κύκλο, με το κοίλο να καλύπτει περιοχή άνω των 180 μοιρών.
Το θέατρο φαίνεται ότι υπέστη σοβαρές ζημιές μετά τον καταστροφικό σεισμό του 15 π.Χ., οπότε και δέχτηκε αλλαγές και επιδιορθώσεις. Σύμφωνα με επιγραφή που χαράχθηκε πάνω σε επιστύλιο, περαιτέρω εργασίες, πραγματοποιήθηκαν γύρω στο 64/65 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Νέρωνα. Κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ. το θέατρο λαμβάνει τη μορφή και τις διαστάσεις που βλέπουμε σήμερα. Το οικοδόμημα της σκηνής ανακαινίζεται, αυτή τη φορά με μαρμάρινους κίονες και γείσα, οικοδομούνται οι αντηρίδες στα ανατολικά του κοίλου και προστίθεται κλιμακοστάσιο που οδηγεί στο πάνω μέρος του κοίλου. Κατά τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. γίνονται εκ νέου αλλαγές που αφορούν κυρίως την διακόσμηση της σκηνής.
Κατά τις αρχές του 3ου αι μ.Χ. το θέατρο υφίσταται μετατροπές για να μπορεί να φιλοξενήσει θηριομαχίες. Οι μετατροπές αυτές έγιναν πιθανότατα επί αυτοκράτορα Καρακάλλα (214-217 μ.Χ.), αφού σύμφωνα με μια υπόθεση, η πόλη προετοιμαζόταν να φιλοξενήσει τον αυτοκράτορα κατά την πορεία του προς τη Συρία. Κατά το δεύτερο μισό του 3ου αιώνα μ.Χ., η χρήση του θεάτρου αποκαταστάθηκε για θεατρικές παραστάσεις.
Το θέατρο πρέπει να καταστράφηκε από τον σεισμό του 365/8 μ.Χ. Μετά τον σεισμό και την εγκατάλειψη του θεάτρου, ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως πηγή οικοδομικού υλικού. Ανθρώπινες δραστηριότητες στο εγκαταλελειμμένο θέατρο που εκτείνονται μέχρι τουλάχιστον τον 5ο αιώνα έχουν εντοπιστεί κοντά και πίσω από τη σκηνή.
Η σημερινή μορφή του θέατρου είναι αποτέλεσμα εκτεταμένων εργασιών αποκατάστασης που διεξήχθησαν από το Τμήμα Αρχαιοτήτων στις αρχές της δεκαετίας του 1960.