ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:
Κατά την Αρχαιότητα το Κούριο αποτελούσε μια από τις σημαντικές πόλεις-βασίλεια της Κύπρου. Η ιστορία της πόλης του Κουρίου είναι μακρά κι εκτείνεται από το 13ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ. Η αρχαιολογική έρευνα και τα ανασκαφικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον λόφο του Κουρίου κατοικούνταν από τα αρχαιότατα χρόνια.
Σύμφωνα με την παράδοση που διασώθηκε από τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό Ηρόδοτο (5ος αιώνας π.Χ.) και αργότερα από τον γεωγράφο Στράβωνα (1ος αιώνας μ.Χ.), ιδρυτές του Κούριου υπήρξαν οι Αργείοι της Πελοποννήσου. Σύμφωνα όμως με τον Στέφανο Βυζάντιο (6ος αιώνας μ.Χ.), το Κούριο ονομάστηκε έτσι από τον ιδρυτή του, που ήταν ο Κουρεύς, γιος του Κινύρα, μυθικού βασιλιά της Κύπρου και αρχιερέα στο ιερό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο.
Τα αρχαιότερα μνημειακά κατάλοιπα στον λόφο του Κουρίου χρονολογούνται κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Το Κούριο άκμασε κατά τους ρωμαϊκούς και υστερορωμαϊκούς χρόνους, με έντονη οικοδομική δραστηριότητα από τις αρχές του 1ου αιώνα και κυρίως στα τέλη του 2ου- αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. Αρκετά πολυτελή κτίσματα της πόλης οικοδομήθηκαν ύστερα από το σεισμό του 75 μ.Χ. Η πόλη δέχθηκε αλλεπάλληλες κατοικήσεις αλλά αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό η ανοικοδόμησή της μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 365-368 μ.Χ., όταν πλέον η πόλη του Κουρίου ξανακτίζεται ως μία χριστιανική πόλη.
Η πόλη του Κουρίου παρακμάζει και εγκαταλείπεται σταδιακά λόγω διαφόρων αλλαγών στο πολιτικό και οικονομικό προσκήνιο μετά τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. Τόσο οι αραβικές επιδρομές, όσο και μια σειρά καταστροφικών σεισμών που διέλυσε το σύστημα υδροδότησης της πόλης σε συνδυασμό με την οικονομική ανεπάρκεια της πόλης για ξανακτιστεί ακόμη μια φορά, αναγκάζουν το πληθυσμό να μετακινηθεί πιο κοντά στον ποταμό Κούρη, προς το σημερινό χωριό της Επισκοπής.